1) Ουσιαστικό (noun)
a piggyback κουβαλάω κάποιον/κάτι καβάλα στην πλάτη π.χ. ένα παιδί στους ώμους/στην πλάτη
- to give someone a piggyback (ride) να κουβαλήσω κάποιον στην πλάτη / να τον πάρω “καβαλίτσα”
2) Επίθετο (adjective)
piggyback καβάλα/πάνω σε κάτι άλλο, “παράλληλο/κολλημένο” πάνω σε άλλο
- a piggyback carrier φορέας που κουβαλά κάτι πάνω σε άλλο
3) Ρήμα (verb)
to piggyback κουβαλάω/μεταφέρω πάνω σε κάτι άλλο ή μεταφορικά εκμεταλλεύομαι κάτι υπάρχον
- Κυριολεκτικά: The shuttle was piggybacked on a 747. Το σάτλ μεταφέρθηκε πάνω σε ένα 747.
- Μεταφορικά (IT/οργανωτικά): piggyback on an idea/network πατάω πάνω σε μια ιδέα/δίκτυο, εκμεταλλεύομαι υπάρχουσα υποδομή
4) Επίρρημα (adverb)
- He rode piggyback. Πήγε καβαλίτσα / πάνω στην πλάτη.
- The shuttle traveled piggyback on a 747. Το σάτλ μεταφέρθηκε “καβάλα” σε ένα 747.

