rake
Verb, Noun
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

1. ουσιαστικό (noun):

  • τσουγκράνα
  • κλίση / γωνία π.χ. του εδάφους, των φτερών αεροπλάνου, ή της σκηνής στο θέατρο.
  • χαραμοφάης / γλεντζές / ακόλαστος άντρας (παλιότερη χρήση), άντρας που ζει ανήθικα, κυνηγώντας απολαύσεις

2. ρήμα (verb):

  • to rake: τσουγκρανίζω / μαζεύω με τσουγκράνα
  • to rake in: μαζεύω πολλά (χρήματα)
  • to rake over: ξαναφέρνω στο μυαλό / ξανασκαλίζω
  • to rake through: ψάχνω προσεκτικά / σκαλίζω

3. Τεχνικές / ειδικές έννοιες:

  • aeronautics: wing rake η κλίση των φτερών προς τα πίσω.
  • theater: raked stage σκηνή με ελαφριά ανηφόρα προς τα πίσω.
  • photography: raking light πλάγιος φωτισμός (για να τονιστεί η υφή).
Examples:
He raked through the ashes looking for his ring.
Don’t rake over old arguments.
The movie raked in millions at the box office.
She raked the garden after the storm.
He lived the life of a rake in 18th-century London.
The stage has a slight rake so the audience can see better.
He gathered the leaves with a rake.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.