Επιμελούμαι, συντάσσω, επεξεργάζομαι
Χρησιμοποιείται με την έννοια του editing: κάποιος διορθώνει, οργανώνει και τελειοποιεί ένα κείμενο πριν αυτό δημοσιευθεί.
Απομακρύνω ή καλύπτω ευαίσθητες πληροφορίες
Σε νομικά, κρατικά ή εμπιστευτικά έγγραφα, το to redact σημαίνει μαυρίζω ή σβήνω τμήματα που δεν πρέπει να γίνουν δημόσια.
Κάποιες χρήσεις:
- redacted document = έγγραφο με κομμένες/μαυρισμένες πληροφορίες
- heavily redacted report = έντονα λογοκριμένη αναφορά
- to redact sensitive data = αφαιρώ ευαίσθητα στοιχεία