- χωριάτης, βλάχος, αγροίκος (ΠΡΟΣΟΧΗ: όλα είναι υποτιμητικά)
- καουμπόης της επαρχίας, άνθρωπος της υπαίθρου (ουδέτερα ή μερικές φορές και θετικά)
Σύνθετη λέξη: red + neck
Αρχικά αναφερόταν στους λευκούς αγρότες του Νότου των Η.Π.Α., που εργάζονταν για ώρες κάτω από τον ήλιο και είχαν λαιμό κοκκινισμένο από τον ήλιο.
Ιστορική σημασία
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο όρος χρησιμοποιήθηκε κυρίως για φτωχούς λευκούς αγρότες, ιδιαίτερα από τις νότιες πολιτείες (π.χ. Αλαμπάμα, Τενεσί, Καρολίνες, Μισισίπι).
Ήταν αρχικά υποτιμητικός, υπονοώντας ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν αμόρφωτοι, αγροίκοι.
Ωστόσο, με τον καιρό, κάποιοι αγκάλιασαν τη λέξη ως σύμβολο υπερηφάνειας — για τη σκληρή δουλειά, την αυτάρκεια και την αγάπη για την ύπαιθρο και τις παραδόσεις.
Σύγχρονη χρήση
Σήμερα, η λέξη redneck μπορεί να έχει διάφορες αποχρώσεις:
- Υποτιμητικά: για κάποιον που θεωρείται αγροίκος, ρατσιστής, αμόρφωτος ή υπερβολικά συντηρητικός. He’s such a redneck — he still thinks the Earth is flat.
- Αυτοσαρκαστικά ή με υπερηφάνεια: για κάποιον που ζει απλά, αγαπά την επαρχία, τα pick-up trucks, το μπάρμπεκιου, το country μουσική. Yeah, I’m a redneck and proud of it.
Συχνά ο όρος συνδέεται με τη Νότια κουλτούρα, και κάποιες φορές με στερεότυπα σχετικά με την πολιτική (π.χ. υποστήριξη των Ρεπουμπλικανών), τη θρησκεία (ευαγγελικοί χριστιανοί), και τον τρόπο ζωής (όπλα, κυνηγι, country music).