Ο όρος reshoring αναφέρεται στη στρατηγική επαναφοράς δραστηριοτήτων παραγωγής ή υπηρεσιών μιας επιχείρησης στη χώρα προέλευσής της, αφού προηγουμένως αυτές είχαν μεταφερθεί στο εξωτερικό μέσω offshoring. Πρόκειται για τάση που εμφανίστηκε έντονα την τελευταία δεκαετία, κυρίως ως απάντηση σε προβλήματα που προκάλεσαν οι πολύπλοκες και γεωγραφικά εκτεταμένες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Οι βασικοί λόγοι που οδηγούν στο reshoring περιλαμβάνουν:
- Αύξηση του κόστους παραγωγής στις χώρες όπου μεταφέρθηκε η παραγωγή.
- Κίνδυνοι διακοπής της εφοδιαστικής αλυσίδας λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, πανδημιών ή φυσικών καταστροφών.
- Αναζήτηση ποιοτικού ελέγχου, μικρότερων χρόνων παράδοσης και ευελιξίας.
- Περιβαλλοντικές ανησυχίες και μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος.
Σε αντίθεση με το onshoring, που μπορεί να σημαίνει μεταφορά δραστηριοτήτων σε μια κοντινή χώρα με παρόμοιο οικονομικό περιβάλλον, το reshoring υποδηλώνει την επιστροφή στην ίδια την πατρίδα. Παρά τα πλεονεκτήματα σε όρους ασφάλειας και ελέγχου, η πρακτική αυτή συνήθως συνεπάγεται υψηλότερο κόστος εργασίας και υποδομών.
Η έννοια του reshoring συνδέεται στενά με στρατηγικές για βιώσιμη ανάπτυξη και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων.