για λόγια, πράξεις ή κείμενα που:
- υποκινούν αντίσταση ή εξέγερση κατά της νόμιμης εξουσίας
- ενθαρρύνουν ανυπακοή, ταραχή, επανάσταση
Δεν είναι ουδέτερη λέξη· έχει αρνητική/επικίνδυνη χροιά, συχνά νομική.
Συχνοί συνδυασμοί:
- seditious speech στασιαστικός/εμπρηστικός λόγος
- seditious writings στασιαστικά κείμενα
- seditious activity στασιαστική δραστηριότητα
- seditious conspiracy στασιαστική συνωμοσία
- seditious pamphlets προκηρύξεις με στασιαστικό περιεχόμενο
Συχνά χρησιμοποιείται σε νομικά ή πολιτικά συμφραζόμενα, π.χ. κατηγορίες για sedition (στάση, υποκίνηση εξέγερσης).