- κινιέμαι κρυφά, ύπουλα, παραμονεύω, συνήθως επειδή:
- δεν θέλω να με δουν
- νιώθω ενοχή ή φόβο
- έχω κάποιον όχι και τόσο καλό σκοπό
- κρύβομαι / αποφεύγω τις ευθύνες, τρυπώνω κάπου για να μη με βρουν
- κάποιος που κρύβεται/σέρνεται ύπουλα
Είναι πιο λογοτεχνικό από το sneak.
Συχνές φράσεις:
- skulk around/about τριγυρνώ ύπουλα / κρυφά
- skulk in the shadows/corners κρύβομαι στις σκιές
- skulk off την κάνω κρυφά, την κοπανάω ντροπιασμένος