1) (ουσιαστικό) προσβλητική/ρατσιστική βρισιά
- a racial slur = ρατσιστικός χαρακτηρισμός / ρατσιστική ύβρις
- an ethnic slur = εθνικός/εθνοτικός υβριστικός χαρακτηρισμός
- a sexist slur = σεξιστική προσβολή
Παράδειγμα:
- He used a slur. = «Χρησιμοποίησε έναν προσβλητικό/ρατσιστικό χαρακτηρισμό.»
2) (ρήμα) συκοφαντώ / δυσφημώ / λασπώνω
- to slur someone’s reputation = «σπιλώνω/δυσφημώ τη φήμη κάποιου»
- to slur a person (πιο σπάνιο) = «αμαυρώνω κάποιον με λόγια»
3) (ρήμα) μιλάω “μπερδεμένα” / τραυλίζω / “μασάω” τα λόγια
(συχνά λόγω μέθης, κούρασης, εγκεφαλικού κ.λπ.)
- to slur one’s words = «μασάω τα λόγια μου / μιλάω θολά»
- slurred speech = «θολή/ασαφής άρθρωση»
Γραμματικά
- slur (n/verb)
- slurs (pl / 3rd person)
- slurred (past / adj: slurred speech)
- slurring (gerund/participle)