slur
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

1) (ουσιαστικό) προσβλητική/ρατσιστική βρισιά

  • a racial slur = ρατσιστικός χαρακτηρισμός / ρατσιστική ύβρις
  • an ethnic slur = εθνικός/εθνοτικός υβριστικός χαρακτηρισμός
  • a sexist slur = σεξιστική προσβολή

Παράδειγμα:

  • He used a slur. = «Χρησιμοποίησε έναν προσβλητικό/ρατσιστικό χαρακτηρισμό.»

2) (ρήμα) συκοφαντώ / δυσφημώ / λασπώνω

  • to slur someone’s reputation = «σπιλώνω/δυσφημώ τη φήμη κάποιου»
  • to slur a person (πιο σπάνιο) = «αμαυρώνω κάποιον με λόγια»

3) (ρήμα) μιλάω “μπερδεμένα” / τραυλίζω / “μασάω” τα λόγια

(συχνά λόγω μέθης, κούρασης, εγκεφαλικού κ.λπ.)

  • to slur one’s words = «μασάω τα λόγια μου / μιλάω θολά»
  • slurred speech = «θολή/ασαφής άρθρωση»

Γραμματικά

  • slur (n/verb)
  • slurs (pl / 3rd person)
  • slurred (past / adj: slurred speech)
  • slurring (gerund/participle)
Examples:
‘If you haven’t served, respect those who have’: Nato soldiers on Trump’s slurs
Article 2026-Jan-25
The Guardian

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.