- σπιρούνι, κίνητρο, ώθηση, παρόρμηση
- παρακινώ, να δίνω ώθηση, να σπρώχνω
- ενισχύω, επιταχύνω κάτι (ανάπτυξη, αλλαγή κτλ.)
Συχνές φράσεις:
- on the spur of the moment παρορμητικά, χωρίς πολλή σκέψη
- spur on someone παρακινώ κάποιον
- provide a spur to innovation δίνω ώθηση στην καινοτομία