surmount
Verb

ξεπερνάω, π.χ. δυσκολίες

στολίζω, π.χ. με κάτι στο πάνω μέρος κάποιου πράγματος

Προέρχεται από τα Γαλλικά: sur + monter

Examples:
The statue is surmounted by a golden cross
She surmounted great challenges to finish her studies

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.