swathe
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • τυλίγω / περιτυλίγω / καλύπτω
  • λωρίδα υφάσματος / επίδεσμος
  • μακριά λωρίδα γης, ιδίως θερισμένης καλλιέργειας
  • ένα μεγάλο τμήμα / κομμάτι (από κάτι)

Examples:
mountains swathed in mist
to swathe a wound in bandages

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.