Απομαγνητοφωνώ
Μεταφέρω προφορικό λόγο σε γραπτό κείμενο.
Example: The journalist transcribed the interview.
Αντιγράφω / Μεταγράφω κείμενο
Αντιγραφή χειρόγραφου, παλιού ή δυσανάγνωστου κειμένου σε καθαρή γραπτή μορφή.
Example: The historian transcribed the ancient manuscript.
Μεταγράφω σε άλλο σύστημα γραφής
Linguistics: γράφω μια λέξη με άλλο αλφάβητο ή σε φωνητική γραφή (IPA).
Example: Greek names are often transcribed differently in English.
Μεταγράφω μουσική
Μεταφέρω μουσική που γράφτηκε για ένα όργανο, έτσι ώστε να μπορεί να παιχτεί από άλλο.
Example: The pianist transcribed the violin piece for piano.
Σχετικές λέξεις:
- transcription = μεταγραφή, απομαγνητοφώνηση
- transcriber = αυτός που μεταγράφει / απομαγνητοφωνεί
- transcript = απομαγνητοφωνημένο κείμενο / επίσημο αντίγραφο