Σαν ρήμα το ίδιο βασικό νόημα: καθοδηγώ/συνοδεύω στις θέσεις τους, όπως κάνει ένας ταξιθέτης στο θέατρο
- theater usher / cinema usher ταξιθέτης
- court usher κλητήρας δικαστηρίου
- wedding usher συνοδός γάμου (από την πλευρά του γαμπρού)
- to usher someone to their seat να συνοδεύσω κάποιον στη θέση του
- to usher in reforms / a new era να εγκαινιάσω/σηματοδοτήσω μεταρρυθμίσεις / μια νέα εποχή