weave
Verb, Noun

έχει και ομαλή μορφή (weaved, weaved)

αλλά εμφανίζεται επίσης και σαν ανώμαλο: wove, woven

Φυσικά το γερούνδιο σαν: weaving

Παραδείγματα:

  • This cloth has a very complex weave Αυτό το ύφασμα έχει πολύπλοκο πλέξιμο
Examples:
The spider weaves patiently its net
The carpet has a dense and soft weave that is pleasant to the touch

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Πριν προσθέσετε ένα νέο Προϊόν βεβαιωθείτε ότι το προϊόν δεν υπάρχει ήδη: κλικίστε στο ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Προϊόν *
Όνομα Προϊόντος, Product Name
Φωτό (αν θέλετε)
Maximum file size: 5 MB
Έως 2 φωτο. Έως XYZ ΜΒ η κάθε εικόνα - Crop AND/OR re-Size image
Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.