whiff
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • μια στιγμιαία μυρωδιά / πνοή οσμής
    • I caught a whiff of garlic. Μού ήρθε μια πνοή/μια μυρωδιά σκόρδου.
    • Συχνά με of: a whiff of perfume/smoke/coffee.
  • μια υποψία/ίχνος (κάτι αφηρημένου)
    • a whiff of scandal/nostalgia/fear μια υποψία σκανδάλου/νοσταλγίας/φόβου.
    • Σε άρνηση: not a whiff of evidence ούτε ίχνος αποδείξεων.
  • δεν καταφέρνω να πετύχω/χτυπήσω κάτι (αθλητ. αργκό, ιδίως ΗΠΑ)
    • He whiffed on the pitch/shot. Αστόχησε/απέτυχε τελείως / χτύπησε αέρα.
    • Στο μπέιζμπολ to whiff (a batter) ρίχνω/κάνω strikeout.
  • μυρίζω/ρουφώ μια τζούρα (λιγότερο συχνό, ανεπίσημο)
    • She whiffed the milk to check if it was sour. Το μύρισε για να δει αν είχε ξινίσει.
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.