- μια στιγμιαία μυρωδιά / πνοή οσμής
- I caught a whiff of garlic. Μού ήρθε μια πνοή/μια μυρωδιά σκόρδου.
- Συχνά με of: a whiff of perfume/smoke/coffee.
- μια υποψία/ίχνος (κάτι αφηρημένου)
- a whiff of scandal/nostalgia/fear μια υποψία σκανδάλου/νοσταλγίας/φόβου.
- Σε άρνηση: not a whiff of evidence ούτε ίχνος αποδείξεων.
- δεν καταφέρνω να πετύχω/χτυπήσω κάτι (αθλητ. αργκό, ιδίως ΗΠΑ)
- He whiffed on the pitch/shot. Αστόχησε/απέτυχε τελείως / χτύπησε αέρα.
- Στο μπέιζμπολ to whiff (a batter) ρίχνω/κάνω strikeout.
- μυρίζω/ρουφώ μια τζούρα (λιγότερο συχνό, ανεπίσημο)
- She whiffed the milk to check if it was sour. Το μύρισε για να δει αν είχε ξινίσει.