Κλείνω το μάτι (προσωρινά, σκόπιμα) για να δείξω συνεννόηση, αστείο ή φλερτ.
- He winked at her across the room. Της έκλεισε το μάτι από την άλλη άκρη της αίθουσας.
Κλείσιμο ματιού (ως ουσιαστικό) η κίνηση αυτή.
- She gave me a wink. Μου έκλεισε το μάτι.
Μεταφορικά:
- not sleep a wink δεν κοιμήθηκα καθόλου.
- gone in a wink εξαφανίστηκε σε κλάσμα δευτερολέπτου.