1. πυκνό και συνεχές πυροβολικό ή αντιαεροπορικό πυρ
που γίνεται για να καλύψει ή να εμποδίσει τον εχθρό. Συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένας καταιγισμός πυρών, π.χ. a barrage of artillery fire (πυκνό πυροβολικό).
2. πληθώρα ή συνεχής ροή κάτι ανεπιθύμητου ή που κατακλύζει
π.χ. a barrage of questions (ένας καταιγισμός από ερωτήσεις).
3. φράγμα, ανάχωμα ή άλλη τεχνητή κατασκευή
που ελέγχει τη ροή νερού, π.χ. ένα φράγμα μικρής κλίμακας πάνω σε ένα ποταμάκι.
Η λέξη προέρχεται από τη γαλλική barrer που σημαίνει “φράζω” ή “κλείνω”.