graduate
Verb, Noun

Κι επίσης:

Μεταπτυχιακός φοιτητής, Μεταπτυχιακές σπουδές (graduate studies).

Έχετε δει την ταινία The Graduate με τον Ντάστιν Χόφμαν? Όπως αρκετά συχνά ο τίτλος στα Ελληνικά είναι λίγο άσχετος: ο πρωτάρης.

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.