haunch
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

γοφός, μηρός, ή γενικά το πίσω μέρος του σώματος σε άνθρωπο ή ζώο, ειδικά το σημείο όπου το πόδι ενώνεται με τον κορμό.

to be on one’s haunches: να είναι κανείς σκυφτός ή καθιστός στα πόδια του, όπως κάποιος που ετοιμάζεται να κινηθεί ή να επιτεθεί.

Examples:
a haunch of lamb
the haunches of a horse
He was on his haunches fixing the pipe
a haunch of venison
The cat was on its haunches, ready to pounce.
He sat on his haunches beside the fire
He gently touched the haunch of the horse.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Πριν προσθέσετε ένα νέο Προϊόν βεβαιωθείτε ότι το προϊόν δεν υπάρχει ήδη: κλικίστε στο ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Προϊόν *
Όνομα Προϊόντος, Product Name
Φωτό (αν θέλετε)
Maximum file size: 5 MB
Έως 2 φωτο. Έως XYZ ΜΒ η κάθε εικόνα - Crop AND/OR re-Size image
Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.