γοφός, μηρός, ή γενικά το πίσω μέρος του σώματος σε άνθρωπο ή ζώο, ειδικά το σημείο όπου το πόδι ενώνεται με τον κορμό.
to be on one’s haunches: να είναι κανείς σκυφτός ή καθιστός στα πόδια του, όπως κάποιος που ετοιμάζεται να κινηθεί ή να επιτεθεί.
γοφός, μηρός, ή γενικά το πίσω μέρος του σώματος σε άνθρωπο ή ζώο, ειδικά το σημείο όπου το πόδι ενώνεται με τον κορμό.
to be on one’s haunches: να είναι κανείς σκυφτός ή καθιστός στα πόδια του, όπως κάποιος που ετοιμάζεται να κινηθεί ή να επιτεθεί.