λαξεύω, πελεκώ, σμιλεύω (κυρίως ξύλο ή πέτρα με εργαλείο, π.χ. τσεκούρι, σφυρί, καλέμι).
Ιδιωματικό:
to hew to something = συμμορφώνομαι με κάτι, ακολουθώ πιστά κάτι
- to hew to the rule να τηρώ αυστηρά/να συμμορφώνομαι με τους κανόνες
- to hew to tradition να μένω πιστός/ακολουθώ πιστά την παράδοση