hew
Verb
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

λαξεύω, πελεκώ, σμιλεύω (κυρίως ξύλο ή πέτρα με εργαλείο, π.χ. τσεκούρι, σφυρί, καλέμι).

Ιδιωματικό:

to hew to something = συμμορφώνομαι με κάτι, ακολουθώ πιστά κάτι

  • to hew to the rule να τηρώ αυστηρά/να συμμορφώνομαι με τους κανόνες
  • to hew to tradition να μένω πιστός/ακολουθώ πιστά την παράδοση
Examples:
The workers hewed the stone blocks by hand.
In this company, you must hew to strict safety rules.
The cabin was built from rough-hewn logs.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.