jest
Verb, Noun
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  1. αστείο, αστεϊσμός, χωρατό, π.χ. He said it in jest. Το είπε για αστείο.
  2. πλάκα, χιούμορ (γενικότερα). π.χ. The whole meeting turned into a jest. Η συνάντηση κατέληξε σε μια φάρσα/αστεϊσμό.
  3. (παλαιότερα) φάρσα, πείραγμα.
  4. αστειεύομαι, προκαλώ γέλιο με λόγια. π.χ. They jest about everything. Αστειεύονται για τα πάντα.

    Examples:
    No data was found

    Leave a Reply

    Your email address will not be published. Required fields are marked *

    Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.