hook
Verb, Noun

Πολλών ειδών γάντζοι, γαντζάκια, αγκίστρια και το βασικό ρήμα που σημαίνει γαντζώνω, πιάνω

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.