- αστείο, αστεϊσμός, χωρατό, π.χ. He said it in jest. Το είπε για αστείο.
- πλάκα, χιούμορ (γενικότερα). π.χ. The whole meeting turned into a jest. Η συνάντηση κατέληξε σε μια φάρσα/αστεϊσμό.
- (παλαιότερα) φάρσα, πείραγμα.
- αστειεύομαι, προκαλώ γέλιο με λόγια. π.χ. They jest about everything. Αστειεύονται για τα πάντα.