maul
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • κακοποιώ / καταξεσκίζω / τραυματίζω άγρια, συνήθως από ζώα
  • ασκώ σκληρή κριτική ή αντιμετωπίζω κάποιον πολύ άσχημα
  • βαρύ, μεγάλο σφυρί (π.χ. ξυλοκόπων), συχνά με ξύλινη ή μεταλλική κεφαλή.

Έχει πάντα το νόημα της βίας ή έντονης δύναμης, είτε μιλάμε για τραυματισμό είτε για απότομη, «βαριά» μεταχείριση.

Examples:
The critics mauled the movie.
The bear mauled the hiker.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.