niche
Noun, Adjective
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

εσοχή σε τοίχο, συνήθως για διακόσμηση ή τοποθέτηση αγάλματος

και μεταφορικά:

τμήμα της αγοράς ή περιοχή εξειδίκευσης

Παραδείγματα:

  • A niche product ένα εξειδικευμένο προϊόν
  • A niche market μια εξειδικευμένη αγορά
  • A niche audience κοινό με πολύ συγκεκριμένα ενδιαφέροντα
Examples:
The new product was niched for collectors.
The company dominates a small but profitable niche market.
She found her niche in educational design.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.