petulance
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

ανωριμότητα / παιδαριώδης συμπεριφορά

παιδική/ανώριμη γκρίνια και ευερέθιστη διάθεση και συμπεριφορά, π.χ. όταν κάποιος θυμώνει εύκολα, κάνει μούτρα, παραπονιέται ή αντιδρά με εκνευρισμό για μικροπράγματα.

Είναι αρνητική λέξη. Δεν είναι “καθαρός θυμός”· είναι περισσότερο κακομαθημένος εκνευρισμός ή μικροπρεπές παράπονο.

Το επίθετο της λέξης: petulant

Το επίρρημα της λέξης: petulantly

Examples:
She answered with petulance instead of explaining calmly.
His petulance was obvious when he didn’t get his way.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.