1. Υπερασπίζομαι / Εκθέτω μια υπόθεση
Να παρουσιάζω επιχειρήματα ή να ζητώ κάτι με επίμονο τρόπο, π.χ. στο δικαστήριο:
– He pleaded guilty. Ομολόγησε ενοχή.
– She pleaded for help. Ζήτησε απεγνωσμένα βοήθεια.
2. Ισχυρίζομαι / Δηλώνω
Να δηλώνεις ή να υποστηρίζεις κάτι, ειδικά σε νομικό πλαίσιο:
– He pleaded not guilty. Δήλωσε αθώος.
3. Εκλιπαρώ / Παρακαλώ έντονα
Να ζητάς κάτι με έντονο τρόπο, συνήθως με συναίσθημα:
– Please, I plead with you to reconsider. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω να αναθεωρήσεις.
Ετυμολογικά, προέρχεται από το λατινικό “placere” που σημαίνει “ευχαριστώ, αρέσω” και εξελίχθηκε στη νομική χρήση να σημαίνει “υποστηρίζω υπόθεση”.