plead
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

1. Υπερασπίζομαι / Εκθέτω μια υπόθεση


Να παρουσιάζω επιχειρήματα ή να ζητώ κάτι με επίμονο τρόπο, π.χ. στο δικαστήριο:
He pleaded guilty. Ομολόγησε ενοχή.
She pleaded for help. Ζήτησε απεγνωσμένα βοήθεια.

2. Ισχυρίζομαι / Δηλώνω


Να δηλώνεις ή να υποστηρίζεις κάτι, ειδικά σε νομικό πλαίσιο:
He pleaded not guilty. Δήλωσε αθώος.

3. Εκλιπαρώ / Παρακαλώ έντονα


Να ζητάς κάτι με έντονο τρόπο, συνήθως με συναίσθημα:
Please, I plead with you to reconsider. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω να αναθεωρήσεις.

Ετυμολογικά, προέρχεται από το λατινικό “placere” που σημαίνει “ευχαριστώ, αρέσω” και εξελίχθηκε στη νομική χρήση να σημαίνει “υποστηρίζω υπόθεση”.

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.