shaggy
Adjective
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

κάποιος ή κάτι που έχει

μακριές, πυκνές, ακατάστατες τρίχες ή μαλλιά

  • a shaggy dog ένας σκύλος με μακριό και αχτένιστο τρίχωμα
  • a shaggy beard ένα μακρύ, αχτένιστο γένι
  • her shaggy hair τα ατίθασα/αχτένιστα μαλλιά της
  • a shaggy mountain range μια τραχιά οροσειρά
  • a shaggy story μια ιστορία αδέξια, ακατάστατα ειπωμένη
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.