κομμάτι χώματος με γρασίδι
Κι επίσης: ελαφρώς προσβλητικός / στ’αστεία / πειρακτικός χαρακτηρισμός για ένα άτομο, παρόμοιο με τα guy, fellow, bastard ανάλογα με την περίπτωση.
Παραδείγματα:
- You lucky sod! Τυχερέ μου τύπε!
- The poor sod lost his job. Ο καημένος έχασε τη δουλειά του.
- That lazy sod never does any work! Αυτός ο τεμπέλης δεν κάνει ποτέ τίποτα!
Και κάποιες εκφράσεις
- sod off! Άντε φύγε!, Άντε παράτα με! (αρκετά αγενές, σαν το get lost!)
- not give a sod δε με νοιάζει καθόλου
- sod all τίποτα απολύτως (π.χ. He did sod all today. Δεν έκανε τίποτα σήμερα.)
