sod
Noun
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

κομμάτι χώματος με γρασίδι

Κι επίσης: ελαφρώς προσβλητικός / στ’αστεία / πειρακτικός χαρακτηρισμός για ένα άτομο, παρόμοιο με τα guy, fellow, bastard ανάλογα με την περίπτωση.

Παραδείγματα:

  • You lucky sod! Τυχερέ μου τύπε!
  • The poor sod lost his job. Ο καημένος έχασε τη δουλειά του.
  • That lazy sod never does any work! Αυτός ο τεμπέλης δεν κάνει ποτέ τίποτα!

Και κάποιες εκφράσεις

  • sod off! Άντε φύγε!, Άντε παράτα με! (αρκετά αγενές, σαν το get lost!)
  • not give a sod δε με νοιάζει καθόλου
  • sod all τίποτα απολύτως (π.χ. He did sod all today. Δεν έκανε τίποτα σήμερα.)
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.