subordinate
Verb, Noun, Adjective

Σαν ρήμα έχει την ίδια βασική έννοια: βάζω (κάποιον, κάτι) σε χαμηλότερη κλίμακα/βαθμίδα

ΠΡΟΣΟΧΗ στην διαφορετική προφορά που έχει το ουσιαστικό και το επίθετο από αυτήν που έχει το ρήμα.

Examples:
The Captain is a subordinate rank to that of the Major.
He is my subordinate in the company
His tyranny has revolted his subordinates

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.