Τα ρήματα σε -ate

Επίπεδα:
Τα ρήματα σε -ate

Τα αγγλικά είναι μια εύκολη γλώσσα. Το έχουμε ξαναγράψει. Έχουν όμως και κάποιες δυσκολίες που δεν τις έχουμε συνηθίσει από τα Ελληνικά.

Μία απ’αυτές αφορά την προφορά λέξεων που τελειώνουν σε -ate.

Πάρα πολλές από αυτές (μάλλον οι περισσότερες) έχουν διαφορετική προφορά όταν είναι ουσιαστικά ή επίθετα και διαφορετική όταν γίνονται ρήματα:

  • στα ρήματα αυτό το -ate προφέρεται έϊτ/eɪt/ (π.χ. to separate /ˈsɛpəreɪt/), ενώ
  • στα ουσιαστικά και επίθετα η ίδια κατάληξη προφέρεται ετ/ət/ (π.χ. a separate issue /ˈsɛprət/).

Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται verb-noun stress alternation.

  • advocate
    • Verb: /ˈædvəˌkeɪt/ υπερασπίζομαι, υποστηρίζω
    • Noun: /ˈædvəkət/ συνήγορος, υποστηρικτής
  • alternate
    • Verb: /ˈɔːltərˌneɪt/ εναλλάσσω
    • Adj/Noun: /ˈɔːltərnət/ εναλλακτικός, αναπληρωτής
  • appropriate
    • Verb: /əˈproʊpriˌeɪt/ ιδιοποιούμαι, κατανέμω
    • Adj: /əˈproʊpriət/ κατάλληλος
  • articulate
    • Verb: /ɑːrˈtɪkjəˌleɪt/ αρθρώνω, εκφράζω
    • Adj: /ɑːrˈtɪkjələt/ ευκρινής, εύγλωττος
  • associate
    • Verb: /əˈsoʊʃiˌeɪt/ συνδέω, συσχετίζω
    • Noun: /əˈsoʊʃiət/ συνεργάτης
  • approximate
    • Verb: /əˈprɑːksɪˌmeɪt/ προσεγγίζω
    • Adj: /əˈprɑːksəmət/ κατά προσέγγιση
  • certificate
    • Verb: /sərˈtɪfəˌkeɪt/ πιστοποιώ (σπάνιο)
    • Noun: /sərˈtɪfɪkət/ πιστοποιητικό
  • coordinate
    • Verb: /koʊˈɔːrdəˌneɪt/ συντονίζω
    • Noun/Adj: /koʊˈɔːrdənət/ συντονιστής, συντονισμένος
  • delegate
    • Verb: /ˈdɛləˌɡeɪt/ αναθέτω
    • Noun: /ˈdɛlɪɡət/ αντιπρόσωπος, εκπρόσωπος
  • duplicate
    • Verb: /ˈduːplɪˌkeɪt/ αντιγράφω, διπλασιάζω
    • Noun/Adj: /ˈduːplɪkət/ αντίγραφο, διπλός
  • estimate
    • Verb: /ˈɛstəˌmeɪt/ εκτιμώ, υπολογίζω
    • Noun: /ˈɛstəmət/ εκτίμηση, πρόβλεψη
  • graduate
    • Verb: /ˈɡrædʒuˌeɪt/ αποφοιτώ
    • Noun: /ˈɡrædʒuət/ πτυχιούχος
  • moderate
    • Verb: /ˈmɑːdəˌreɪt/ μετριάζω, διευθύνω
    • Adj: /ˈmɑːdərət/ μετριοπαθής
  • predicate
    • Verb: /ˈprɛdɪˌkeɪt/ αποδίδω, βασίζω σε
    • Noun: /ˈprɛdɪkət/ κατηγόρημα (γραμματ.)
  • separate
    • Verb: /ˈsɛpəˌreɪt/ χωρίζω
    • Adj/Noun: /ˈsɛprət/ ξεχωριστός, χωριστός
  • subordinate
    • Verb: /səˈbɔːrdəˌneɪt/ υποτάσσω
    • Noun/Adj: /səˈbɔːrdənət/ υφιστάμενος, υποδεέστερος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.